διαλωβάομαι

διαλωβάομαι, Dep. strengthd. for λωβάομαι, Plb.11.7.2: [tense] pf. part. [voice] Pass., in pass. sense, Plu.Caes.68: metaph.,
A

δόξαι διαλελωβημέναι Id.2.986e

.—[voice] Act. -λωβάω only late, Mich.in EN503.21.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλωβησάμενον — διαλωβάομαι aor part mp masc acc sg (attic ionic) διαλωβάομαι aor part mp neut nom/voc/acc sg (attic ionic) διαλωβάομαι aor part mp masc acc sg (attic ionic) διαλωβάομαι aor part mp neut nom/voc/acc sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλωβᾶται — διαλωβάομαι pres subj mp 3rd sg διαλωβάομαι pres ind mp 3rd sg διαλωβάομαι pres subj mp 3rd sg διαλωβάομαι pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλωβήσεται — διαλωβάομαι aor subj mp 3rd sg (attic epic ionic) διαλωβάομαι fut ind mp 3rd sg (attic ionic) διαλωβάομαι aor subj mp 3rd sg (attic epic ionic) διαλωβάομαι fut ind mp 3rd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλωβώμενον — διαλωβάομαι pres part mp masc acc sg διαλωβάομαι pres part mp neut nom/voc/acc sg διαλωβάομαι pres part mp masc acc sg διαλωβάομαι pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλελωβημένον — διαλωβάομαι perf part mp masc acc sg (attic ionic) διαλωβάομαι perf part mp neut nom/voc/acc sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλελωβημένων — διαλωβάομαι perf part mp fem gen pl (attic ionic) διαλωβάομαι perf part mp masc/neut gen pl (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλωβηθείς — διαλωβάομαι aor part mp masc nom/voc sg (attic ionic) διαλωβάομαι aor part mp masc nom/voc sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλωβηθῆναι — διαλωβάομαι aor inf mp (attic ionic) διαλωβάομαι aor inf mp (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλωβηθῇ — διαλωβάομαι aor subj mp 3rd sg (attic ionic) διαλωβάομαι aor subj mp 3rd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλωβηθέντων — διαλωβάομαι aor part mp masc/neut gen pl (attic ionic) διαλωβάομαι aor part mp masc/neut gen pl (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλωβησάμενοι — διαλωβάομαι aor part mp masc nom/voc pl (attic ionic) διαλωβάομαι aor part mp masc nom/voc pl (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.